Homo Barbatus: Ο άντρας που περιποιείται τα γένια του

Το ONEMAN μίλησε με τον εμπνευστή της πρώτης ελληνικής αντρικής σειράς καλλυντικών περί γενειάδας και άλλων χιπστερικών δαιμονιών.
Έρρικα Ρούσσου
Το καλό με τα ελληνικά brands είναι ότι για να τραβήξουν τα βλέμματα, δεν χρειάζεται να καταβάλουν μεγάλη προσπάθεια. Ορισμένες φορές και μόνο η στάμπα που πιστοποιεί ότι πρόκειται για “δικό μας” προϊόν αρκεί για να μας κάνει να το πάρουμε στα χέρια και να το μελετήσουμε διεξοδικά. Το κακό με τα ελληνικά brands είναι ότι όσο εύκολα μας προσελκύουν, τόσο δύσκολα καταφέρνουν να γίνουν μέρος των αγορών μας.
Αφενός γιατί ούτως ή άλλως το τρέχον διάστημα δεν μας λες και ιδιαιτέρως καταναλωτικούς και αφετέρου γιατί δύσκολα αλλάζουμε συνήθειες. Προτιμάμε αυτό που ξέρουμε και εμπιστευόμαστε και ας είναι πιο ακριβό ή λιγότερο ποιοτικό (αυτό δεν ισχύει πάντα, παράδειγμα δίνω). Σε αυτό το σημείο, τίθεται το εξής εύλογο ερώτημα: “Τι γίνεται όταν δεν υπάρχει αντίστοιχο brand με το ελληνικό; Και συγκεκριμένα όταν το ελληνικό καινοτομεί ώστε η  δημιουργία του ουσιαστικά να καλύπτει ένα -δεδομένο- κενό στην αγορά;”
Κάπου εδώ, επικαλούμαι την Onemanpedia για να σου εξηγήσω περί τίνος πρόκειται.

Onemanpedia, εμφανίσου λίγο να δω κάτι
Το Barbatus είναι η πρώτη ελληνική εταιρεία που ασχολείται με την ανδρική περιποίηση. Το brand αποτελεί γόνο της ελληνικής εταιρείας γυναικείων καλλυντικών Euthalia η οποία ξεχωρίζει στο χώρο για τα 100% φυσικά προϊόντα της. Το Μάιο του 2015, παρουσίασε στην αγορά των cosmetics το Barbatus ως την αντρική της σειρά περιποίησης η οποία είναι και αυτή βασισμένη στην ίδια φιλοσοφία των φυσικών συστατικών.
ρκετά όμως με τη θεωρία. Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε λίγο και με τον εμπνευστή – υπεύθυνο- άνθρωπο που το “τρέχει” και τρέχει όλη μέρα. Με τον Mr Barbatus, κοινώς. Τον Δημήτρη Κακάτσιο, τον συναντήσαμε μαζί με την Φραντζέσκα στο Barber Shop Aki Pierrot. Φαντάζομαι ότι δεν σου κάνει και ιδιαίτερη εντύπωση ο τόπος συνάντησης. Αντρική περιποίηση – Barber Shop = Μετρημένα κουκιά.
Εκ πρώτης όψεως ούτε σε εμένα έκανε. Μόλις πέρασα ωστόσο την μεγάλη τζαμένια πόρτα του Aki Pierro, πρέπει να ομολογήσω ότι άλλαξα γνώμη. Το μαγαζί ήταν εντελώς διαφορετικό από αυτό που περίμενα να δω. Ένα κλασικό μπαρμπέρικο δηλαδή.
Όταν φτάσαμε, ο Δημήτρης ήταν καθισμένος πάνω στη μία από τις δύο άκρως αναπαυτικές και περίεργες καρέκλες του μαγαζιού.
Ο Άκης (ο Pierro) πείραζε δημιουργικά το μούσι του Δημήτρη ενώ ο αυτός έκανε -από απόσταση- με εμένα και τη Φραντζέσκα τις πρώτες συστάσεις. Μας πρότεινε μέχρι να τελειώσει, να δούμε το μαγαζί. Άλλο που δεν θέλαμε. Η χαμηλή ορχηστρική τζαζ μου γαργαλούσε ευχάριστα τα αυτιά ενώ τα γλειφιτζούρια δίπλα στην καφετιέρα τσιγκλούσαν επίμονα τη γκρίνια μου να πάρει θέση στην αδικία που λάμβανε χώρα γύρω μου: “Γιατί τα γυναικεία κομμωτήρια δεν είναι έτσι; Γιατί σε αυτά το μόνο πρωτότυπο που μπορείς να βρεις είναι ζαχαρίνη και νιώθεις τυχερή αν ανάμεσα στα διακόσια πιστολάκια καταφέρεις να πιάσεις κάτι από την τελευταία συλλογή του Venue που κατά τα άλλα, παίζει στη διαπασών;” Κρατήθηκα. Και δεν μίλησα. Χάζεψα τη σειρά από παλιούς δίσκους που οδηγούσε στο μέσα μικρό δωμάτιο (αν δεν κάνω λάθος, ήταν η τουαλέτα) και ησύχασα.
Την ίδια ώρα, Φραντζέσκα και Δημήτρης έκαναν δουλειά. Μεταξύ των κλικ, εγώ η ενοχλητική, άρχισα τις ερωτήσεις: “Πότε γεννήθηκε η ιδέα”, “Τι σημαίνει αλήθεια, Barbatus”, “Ποια είναι τα προϊόντα που σας έκαναν γνωστούς στην αγορά”;
Η ιδέα του Barbatus
“Το Barbatus το σκεφτόμαστε και το ψάχνουμε με διάφορες φόρμουλες και συνταγές από τον Αύγουστο του 2014. Barbatus σημαίνει γεννειοφόρος. Εμείς αποφασίσαμε να ασχοληθούμε εκτενέστερα με την τρίχα από το γένι. Η οποία ουδεμία σχέση έχει με την τρίχα από το μαλλί. Βγήκαμε στην αγορά με τα τρία πρώτα beard oils γιατί ήταν το trend. Αυτό έγινε και λίγο χάρη σε εμένα. Είναι σημαντικό να έχεις ένα μοντέλο να δοκιμάσεις τα προϊόντα σου”.
Πετάχτηκα: «Δεν σε χάλασε».
Γέλασε, έκανε εκείνη τη χαρακτηριστική κίνηση που κάνουν όλοι όσοι έχουν μούσι (το χάιδεψε προς κάτω με το δεξί του χέρι) και συνέχισε.
“Δεν θέλουμε να εγκλωβιστούμε όμως στα beard oils. Σκεφτόμαστε τώρα τι προϊόντα θα βγάλουμε. Θα δούμε”.
Ο Δημήτρης συνεργαζόταν ήδη με την Euthalια ως μαρκετίστας όταν του ήρθε η ιδέα για το Barbatus. “Εκεί, ήμουν σε θέση να εντοπίσω το κενό της αγοράς στο κομμάτι της αντρικής περιποίησης. Της αντρικής περιποίησης με ελληνικά προϊόντα. Οπότε έριξα την ιδέα. Η τεχνογνωσία της Euthalia αποτέλεσε σημαντική βάση ώστε αυτή η ιδέα να υλοποιηθεί” μου εξηγεί ενώ ο Άκης (ο Pierro) τον ενημερώνει ότι μπορεί να σηκωθεί γιατί έχουν τελειώσει.
FYI: Δεν τον είδα να πολυθέλει να σηκωθεί από αυτήν την καρέκλα που θυμίζει λίγο την καρέκλα του Προκρούστη αν αλλάξουμε το κομμάτι του σπλάτερ με την ανάπαυση. Είναι τρομερά αναπαυτική. Μπορώ να το επιβεβαιώσω έπειτα από επιτόπια έρευνα.
Το αγοραστικό κοινό του Barbatus
“Το 18-35 έχουν στην πλειοψηφία τους μούσια. Ωστόσο, τα προϊόντα μας μπορούν αν χρησιμοποιηθούν ανεξαρτήτως ηλικίας. Το προϊόν σαν προϊόν δεν βοηθάει μόνο την τρίχα να μην σπάει, αλλά ασχολείται και με το δέρμα. Το φροντίζει ώστε αυτό να είναι καθαρό και να ανανεώνεται”.
Ο μεγάλος καθρέφτης αντικατοπτρίζει ιδανικά τα προϊόντα Barbatus στο φακό της  Φραντζέσκας. Ο Δημήτρης, παρακολουθεί τη διαδικασία και ένα χαμόγελο ικανοποίησης κυριεύει το πρόσωπό του -από τα μάτια μέχρι το μούσι του. Γυρνάει προς το μέρος μου. “Μέχρι στιγμής, είμαστε Αθήνα, Λάρισα, Βόλο, Τρίκαλα”.
Παρότι θεωρούσα δεδομένο ότι η συζήτηση περί χίπστερ θα του τριμάρει λίγο το ύφος στο πιο μπλαζέ και προσβεβλημένο, δεν κρατήθηκα να μην την ανοίξω. Σημειωτέον, δύο στα δύο έπιασα στην πρόβλεψη.
Χίπστερ Vs Barbatus
“Δεν ξέρω γιατί τους κατηγοριοποιούν ως χιπστερ. Το trend μπορεί να είναι τώρα ο χιπστερ, ωστόσο το γένι ως γένι, είναι ένα ταμπού. Και μάλιστα, μεγαλύτερο από ότι είναι το τατουάζ. Το τατουάζ, ξεπεράστηκε πλέον. Μπορείς να πας στη δουλειά σου με τατουάζ, δεν θα σου πει κανείς τίποτα. Το απεριποίητο γένι είναι πολύ δύσκολο να το δεχθούν σε μία δουλειά”.
Άλλαξε πόδι στο σταυροπόδι (έκανα και ρίμα) έκανε αυτό με το χάιδεμα του μουσιού και συνέχισε: “Τα γένια είναι old school. Κάποιος που έχει γένια, τα έχει μία ζωή. Εγώ για παράδειγμα δεν σκοπεύω να ξυριστώ ποτέ. Μπορεί να αποφασίσω να μην έχω τόσο μακρύ γένι, αλλά δεν θα ξυριστώ”.
Παίρνει ύφος διδακτικό, και μου λέει: “Να έχεις γένι και να έχεις μούσι αλλά να είναι περιποιημένο ώστε να μην μπορεί κανείς να σου πει τίποτα”.
Όπως και εσύ έτσι και εγώ, φαντάστηκα ότι κάποιος του έχει πει παλαιότερα κάτι για το μούσι του. Από πού πηγάζει αλλιώς τόση σιγουριά και “σοφία”; Γέλασε λίγο και μου έγνεψε αρνητικά. Με κοίταξε και πάλι διδακτικά και μου είπε: “Πιστεύεις ότι αν πήγαινα έτσι, στην PWC για παράδειγμα μία λογιστική εταιρεία, δεν θα έκαναν κάποιο σχόλιο; Μπορεί να μη μου έλεγαν ξύρισέ το, αλλά θα μου πρότειναν σίγουρα να το ‘συμμαζέψω’”.
Κάνει μια παύση και ψαχουλεύει στην τσάντα του. Βγάζει μία δερμάτινη θήκη και καθώς την ανοίγει μου περιγράφει τα τρία beard oils που εκείνη κρύβει. “Υπάρχει το coffee beard oil, το old school beard oil και το surf beard oil”. Ρωτάει μόνος του: “Τι είναι το beard oil”;
Και απαντάει. “Περιέχει κάποια έλαια βάσης, εμείς βάζουμε ελαιόλαδο, μιας και αυτό μαζί με το καστορέλαιο χρησιμοποιούνται από αρχαιοτάτων χρόνων στην ενδυνάμωση της τρίχας. Καταπολεμά ακμή, ξηροδερμία, φαγούρα. Και μυρίζει και ωραία”.
Παίρνει το χέρι μου και το ακουμπά στα γένια του. Πράγματι, ήταν πολύ μαλακά. Ωστόσο το μάτι που πήγε πάλι πίσω στη θήκη. Μοιάζει λίγο με θήκη από καπνό για στριφτά τσιγάρα στο πιο elegant. Τον συγχαίρω και εκείνος σπεύδει να μου την “παρουσίασει”. Μου εξηγεί ότι είναι χειροποίητη και ότι είναι το καινούριο απόκτημα της σειράς.  Χαμογελάει και πάλι ικανοποιημένος.
Δεν είμαι σε θέση να απαριθμήσω πόσα κομμάτια τζαζ πλαισίωσαν τη συζήτησή μας. Το μόνο που μπορώ να πω μετά βεβαιότητας είναι ότι θα μπορούσα να κάθομαι με τις ώρες και να συζητάω περί αντρικής περιποίησης και άλλων καινοτομιών. Είναι σημαντικό να γνωρίζεις ανθρώπους που πιστεύουν ακόμα στην ελληνική παραγωγή και τολμούν να αποδείξουν εμπράκτως την πίστη τους. Ειδικά όταν αυτή η γνωριμία μυρίζει φρεσκάδα και έλαια και έχει ως φόντο μία σειρά από γλυκίσματα.
Στην έξοδο, εντόπισα και μία σακούλα από m&m’s δίπλα στα γλειφιτζούρια. Εντάξει, κανένας σεβασμός πια.